Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΜΕΓΑΛΩΝΕΙ
|
Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ανοικτή προς όλες τις ευρωπαϊκές χώρες που θέλουν να προχωρήσουν σε αυτήν, αποδεχόμενες το σύνολο των υποχρεώσεων που προβλέπονται στις ιδρυτικές Συνθηκές και τους ίδιους θεμελιώδεις στόχους.
Δύο είναι τα καθοριστικά κριτήρια προκειμένου να ληφθεί υπόψη μια υποψηφιότητα για προσχώρηση: το υποψήφιο κράτος πρέπει να βρίσκεται επί της ευρωπαϊκής ηπείρου και να εφαρμόζει όλες τις δημοκρατικές διαδικασίες που χαρακτηρίζουν το κράτος δικαίου.
Ετσι την 1η Ιανουαρίου 1973 προσχώρησαν λοιπόν στην Κοινότητα η Δανία, η Ιρλανδία, και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Τις προσχωρήσεις αυτές ακολούθησε η διεύρυνση προς το Νότο της ηπείρου κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '80, με την ένταξη της Ελλάδας (1η Ιανουαρίου 1981), της Ισπανίας και της Πορτογαλίας (1η Ιανουαρίου 1986).
\Το 1995 προσχώρησαν στην Ευρωπαϊκή Ενωση η Αυστρία, η Σουηδία και η Φιλανδία.
|
 1η Ιανουαρίου 1981: Η Ελλάδα γίνεται το 10ο κράτος μέλος της Κοινότητας
|
Οι πρώτες εκλογές του Ευρωπαικού Κοινοβουλίου - 7 με 10 Ιουνίου 1979
Στην ισορροπία μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Κοινότητας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο. Αντιπροσωπεύει τους λαούς και αποτελεί τη δημοκρατική πτυχή του ευρωπαϊκού σχεδίου
Διαθέτοντας από την ίδρυσή του εξουσίες ελέγχου των εκτελεστικών αρχών.
Το Κοινοβούλιο διαθέτει επίσης νομοθετική εξουσία που λαμβάνει τη μορφή του δικαιώματος διαβούλευσης επί των βασικών κοινοτικών κειμένων, η οποία προοδευτικά επεκτάθηκε σε ένα πραγματικό δικαίωμα νομοθετικής συναπόφασης. Εξάλλου το Κοινοβούλιο μοιράζεται με το Συμβούλιο της Ένωσης την εξουσία όσον αφορά τον προϋπολογισμό.
Πώς επιλέγονται οι ευρωβουλευτές; Μέχρι το 1979 οι ευρωβουλευτές προέρχονται από τα εθνικά κοινοβούλια που όριζαν τους εκπροσώπους τους στο Στρασβούργο. Από το 1979 και κάθε πέντε έτη, εκλέγονται με άμεση καθολική ψηφοφορία σε κάθε μια από τις χώρες της Ενωσης.
Έτσι οι πολίτες επιλέγουν βουλευτές, που δεν εντάσσονται στις εθνικές αντιπροσωπείες, αλλά σε διακριτικές κοινοβουλευτικές ομάδες που αντιπροσωπεύουν τα κύρια ρεύματα πολιτικής σκέψης που επικρατούν στην Ευρώπη.
Η "Σύμβαση του SCHENGEN" - 14 Ιουνίου 1985
Στις 14 Ιουνίου 1985 υπογράφηκε στη μικρή, ομώνυμη κωμόπολη του Λουξεμβούργου, η λεγόμενη "Συμφωνία του Schengen" (Σέγκεν) από τις κυβερνήσεις της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ολλανδίας, του Λουξεμβούργου και του Βελγίου.
Το 1990 προσχώρησε η Ιταλία, το 1991 η Ισπανία και η Πορτογαλία και το 1994 η Δανία και η Αυστρία. Η Ελλάδα υπέγραψε τη σχετική Σύμβαση, το Νοέμβριο του 1992, η οποία επικυρώθηκε από τη Βουλή των Ελλήνων το Μάρτιο του 1997.
Η Μ. Βρετανία και η Ιρλανδία είναι οι μόνες χώρες που δεν υπέγραψαν τη Σύμβαση και δεν είναι μέλη του λεγόμενου "Χώρου Schengen", όπου από την 1η Δεκεμβρίου 1997 ισχύει η πλήρης κατάργηση των συνοριακών ελέγχων για υπηκόους των 13 κρατών μελών που μετακινούνται στο εσωτερικό της Κοινότητας.
Μέχρι τις 2 Οκτωβρίου 1997, οπότε υπογράφηκε η Συνθήκη του Άμστερνταμ, η Συνθήκη αυτή αποτελούσε πεδίο διακυβερνητικής συνεργασίας των συμβαλλομένων κρατών μελών στους τομείς της δικαιοσύνης, αστυνομίας και τελωνείων, συμφωνίες που υφίσταντο εκτός του κοινοτικού θεσμικού πλαισίου δηλαδή, για την εφαρμογή των οποίων δεν είχαν καμία δικαιοδοσία τα κοινοτικά όργανα (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Ευρωπαϊκή Επιτροπή).
Με τη νομική ενσωμάτωση ("Κοινοτικοποίηση") του Schengen στη Συνθήκη του Άμστερνταμ ισχύουν βασικά και γι' αυτό οι κοινοτικές διαδικασίες. Δύο λόγοι, βασικά, οδήγησαν στη συνάψη της Συμφωνίας και της αντίστοιχης Σύμβασης εφαρμογής της:
1. η εφαρμογή της Ενιαίας Εσωτερικής Αγοράς, με την οποία επιδιώκεται η κατάργηση των εσωτερικών ελέγχων, και
2. η αποτελεσματική αντιμετώπιση του διεθνώς οργανωμένου εγκλήματος, για την οποία θα έπρεπε να προβλεφθούν ενιαία αυστηρά μέτρα ελέγχου τόσο στα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης, όσο και μέσα στον ίδιο το "Χώρο του Schengen."
Στο επίκεντρο των μέτρων για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας είναι το "Σύστημα Πληροφοριών του Schengen" (SIS), του οποίου βασικό στοιχείο είναι ένας κεντρικός υπολογιστής που βρίσκεται στο Στρασβούργο και με το οποίο συνδέονται τα εθνικά συστήματα καταζήτησης.
Η καταχώρηση προσωπικών στοιχείων στον κεντρικό υπολογιστή γίνεται "σύμφωνα με την εθνική διαδικασία" και στη βάση συγκεκριμένων, περιοριστικών κριτηρίων (δικαστική απόφαση, ένταλμα σύλληψης, απόφαση αρμοδίων διοικητικών αρχών και δικαστηρίων).
Πέραν τούτου και σε κοινοτικό επίπεδο εξασφαλίζεται στους πολίτες δημοκρατικός έλεγχος και αποτελεσματικά διαθέσιμα δικαστικά μέτρα προσφυγής, όταν διαπιστωθούν καταχρήσεις. Τόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όσο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο μπορούν να παρέμβουν.